Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΚΑΒΑΣ , ΣΗΜΕΡΑ !



Ο Κώστας Κακκαβάς υπήρξε ένας από τους ζεν πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου.
Ο ηθοποιός έχει στο ενεργητικό του πολλές επιτυχίες. Με το πέρασμα των χρόνων ο Κώστας Κακκαβάς παραμένει ένας γοητευτικός άντρας. Ο ηθοποιός μίλησε στην Freddo για τις συνεργασίες του, τον τίτλο του ζεν πρεμιέ και τόνισε πως δεν είναι ο τελευταίος, αφού και νεότεροι ηθοποιοί θεωρεί πως δικαιούνται να έχουν αυτό τον χαρακτηρισμό.
«Νομίζω ότι τώρα τα νέα παιδιά τα οποία έχουν και μεγάλο αντανωνισμό είναι αναγκασμένα να βγάζουν στη φόρα και στη βιτρίνα την ιδίωτική τους ζωή για να συντηρήσουν την εικόνα τους και να μπορέσουν να δουλέψουν. Παλιά εμείς ήμασταν πιο τυχεροί. Ήταν άλλος ο κόσμος, άλλη η αγορά. Σήμερα η πιάτσα έχει αγριέψει πάρα πολύ. Όλα τα νέα παιδιά πάντως κάνουν πολύ σωστά τη δουλειά τους. Έχουν και ήθος και είναι ευπαρουσίαστα.

 Δεν μπορώ λοιπόν να πω ότι εγώ είμαι ο τελευταίος των ζεν πρεμιέ. Απλώς, οι νέοι ζεν πρεμιέ έχουν δυσκολίες για να μείνουν στην ιστορία. Χάρη στη Βουγιουκλάκη -την οποία ποτέ δεν ξεχνάω και θα πρέπει όλοι οι ηθοποιοί να ανάβουν ένα κεράκι-έγινε το επάγγελμα μόδα και δημιουργήθηκαν οι σταρ και αυτό το εκμεταλλευτήκαμε όλοι εμείς και φάγαμε ψωμί. Ήταν όμως άλλη η κοινωνία. Τότε αγαπιόμασταν μεταξύ μας. Υπήρχε και τότε τάση συναγωνισμού, να είμαστε πρώτοι, όχι όμως το σημερινό. Σήμερα έχει εκμαυλιστεί. Σήμερα η κοινωνία ζητάει σκάνδαλο. Γιατί σήμερα το κακό, δυστυχώς, πουλάει. Και όλοι θέλουν να χαίρονται με τον πόνο του άλλου. Σήμερα λοιπόν δεν περνάει ο καλός λόγος. Παλιά σου έγραφε κάποιος κριτικός ένα καλό άρθρο και αμέσως περνούσε στην κοινωνία» εξήγησε στην εφημερίδα και συνέχισε:

«Όταν βλέπω να αραιώνουμε, δεν μπορώ να πω ότι δεν μου κοστίζει. Φεύγει ένα κομμάτι από πάνω μου... θέλω δεν θέλω. 
Η απώλεια του Αλεξανδράκη και του Μπάρκουλη μου έχει κοστίσει πολύ περισσότερο από άλλους συναδέλφους, γιατί με αυτούς έφαγα ψωμί και αλάτι. Όχι, γιατί ήξερα ότι όλο αυτό κάποτε θα τελείωνε. Το επάγγελμα βιτρίνας, όπως είναι το δικό μας, πρέπει να έχεις και να φέρεις λεφτά για να το ακολουθήσεις και να το διατηρήσεις. Δεν είναι σαν όλα τα άλλα επαγγέλματα, που μπαίνεις σε ένα γραφείο και εκεί τελειώνουν όλα. Αν δεν φέρεις έσοδα, δεν χρειάζεται να μένεις. Δεν σε θέλουν πια. Γι’ αυτό και δεν δίνω συνεντεύξεις. 


Ίσως δεν με χρειάζεται πια η δημοσιότητα. Δεν έχω κάτι να δώσω σε αυτή. Όταν πήγα στη Λάρισα και ήρθε η Πυροσβεστική για να ανοίξει τους δρόμους από τους θαυμαστές που είχαν κλείσει τα στενά για να μπορέσω να περάσω και να παίξω στο θέατρο, λέω τότε στην Μπεάτα Ασημακοπούλου: «Ζήσ' το αυτό που ζεις σήμερα, γιατί αύριο δεν θα σε ξέρει κανείς». Και δεν σε ξέρει κανείς, γιατί δεν του είσαι χρήσιμος πια. Δεν σε καλούν σε εγκαίνια, δεν ανοίγει καμιά πόρτα. Γιατί οι εποχές αλλάζουν. Πρέπει να είσαι έτοιμος να το αντιμετωπίσεις. Και εγώ είχα προετοιμαστεί από τότε. Κοίταξα τότε να ρουφήξω μέχρι και την τελευταία σταγόνα. Από εκεί και πέρα, έφυγα»

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

EΦYΓE KAI H KASSY TZANETAKOY



«Έφυγε» από ανακοπή καρδιάς η Κάσσυ Τζάνετ –όπως ήταν γνωστή στο καλλιτεχνικό στερέωμα- η αδελφή του Αλέκου Τζενετάκου.


Η είδηση του θανάτου της έγινε γνωστή μέσα από την σελίδα «Αυτοί οι ωραίοι οι δικοί μας» με μια ανάρτηση από την Μάρω Μπουρδάκου.

Συγκεκριμένα η ανάρτηση αναφέρει: «ΚΑΣΣΥ ΤΖΑΝΕΤ "Εφυγε" σήμερα από ανακοπή η γνωστή ηθοποιός και τραγουδίστρια Κάσσυ Τζάνετ (Κασσιανή Τζανετάκου) αδελφή του Αλέκου Τζανετάκου και της ηθοποιού Νινή Τζάνετ. Γεννημένη στα Μανιάτικα του Πειραιά η Κάσσυ Τζάνετ έκανε μιά λαμπρή καριέρα στις πίστες της Ελλάδας και του εξωτερικού».





Η Κάσσυ Τζάνετ είχε συμμετάσχει σε αρκετές ελληνικές ταινίες, ενώ την είχαμε δει να συνεργάζεται με τον αδελφό της Αλέκο Τζανετάκο. 



Ο Αλέκος Τζανετάκος στην αυτοβιογραφία του είχε αναφερθεί στις αδελφές και την μητέρα του, αφού ο πατέρας του είχε πεθάνει όταν εκείνος ήταν μωρό.




«Εμείς, μια πολυμελής φτωχή οικογένεια με τέσσερα κορίτσια και μία αγία μάνα που αγωνιζότανε κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά για να μας αναθρέψει. Πατέρας δεν υπήρχε, εγώ δεν γνώρισα πατέρα, είμαι ορφανός από μωρό. Πατέρας που πεθαίνοντας δεν μας άφησε ούτε έναν τενεκέ λάδι. Πατέρας Μανιάτης, δίμετρος, με δυο τεράστια καταγάλανα μάτια, πιστολάς και περήφανος με εξέχουσα θέση, ήταν δασονόμος. Για την εποχή έπινε πολύ απ’ ό,τι μου διηγείται η μάνα μου, τεράστια περιουσία στη Σπάρτη, από πλούσια οικογένεια, την οποία του την έφαγε ο γαμπρός του, ένας διαλοπαπάς, κι έτσι άφησε πέντε ορφανά στο δρόμο, λάθος του, και πέθανε από τη μεγάλη του περηφάνια και τον μανιάτικο εγωισμό του γυρίζοντας από μια περιοδεία στην Ερυμανθεία, εκεί μέναμε τότε».